Μετρώ εποχές
και χάνω την Άνοιξη
σε μια ρυτίδα.
Μου αράδιασες
ένα δειλινό λόγια
και ήπια μια στάλα.
Αργυρούλα Αργύρη,"Κι όλα ρέουν", Γαβριηλίδης.
Σάββατο 10 Μαρτίου 2012
Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012
"Κι όλα ρέουν" Αργυρούλα Αργύρη
Οι πικρές στιγμές
σαν τις λιάσει ο ήλιος
γίνονται καρπός.
Για πολλές μέρες
τα σωθικά του ταξιδιού
έβγαζαν λάβα.
(Απολογισμός των ταξιδιών στην Πάτρα;)
Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012
"Ellada, agapi mou" - Του Etienne Roland, στη γαλλική "Le Monde"
Νιώθω βαθιά ταπεινωμένος, ως φιλέλληνας, όταν μια εφημερίδα τολμά να βάλει τίτλο πως η Ελλάδα είναι «μια χώρα ίσως λιγότερο "ευρωπαϊκή" απ' ό,τι φαίνεται» κι όταν το περιεχόμενο αυτού του άρθρου είναι κακή σύνοψη μιας ιστορίας την οποία οι συντάκτες δεν έχουν ζήσει. Νιώθω ταπεινωμένος, ως Γάλλος, που συμπατριώτες μου πληγώνουν με τέτοιο τρόπο την ιστορία και τροφοδοτούν τον μύθο του ψεύτη και πονηρού (poniros στο πρωτότυπο) Ελληνα.
Αν λοιπόν δεν είναι η Ελλάδα ευρωπαϊκή χώρα, ποιος αξίζει αυτόν τον τίτλο; Ο γερμανός βάρβαρος ή η ύπουλη Αλβιών, την οποία ο μεγαλύτερος ποιητής της, ο Βύρωνας, κατηγορούσε ήδη για λεηλασία της χώρας του Ομήρου;
ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: εδώ
Αν λοιπόν δεν είναι η Ελλάδα ευρωπαϊκή χώρα, ποιος αξίζει αυτόν τον τίτλο; Ο γερμανός βάρβαρος ή η ύπουλη Αλβιών, την οποία ο μεγαλύτερος ποιητής της, ο Βύρωνας, κατηγορούσε ήδη για λεηλασία της χώρας του Ομήρου;
ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: εδώ
Τρίτη 6 Μαρτίου 2012
Άρθρο-ύμνος της Liberation για την Ελλάδα!
«Όχι, αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα, αν και δραματικό, δεν είναι μια καταστροφή. Είναι επίσης μια ευκαιρία. Γιατί η δύναμη του χρήματος έχει, για πρώτη φορά, υπερβεί με ένταση το ρυθμό της μέχρι τότε σταδιακής, σχολαστικής και προσεκτικά οργανωμένης καταστροφής του δημόσιου συμφέροντος και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και σε μια χώρα τόσο διάσημη για τη φιλοσοφία της ζωής, στον αντίποδα του αγγλοσαξονικού μοντέλου, και διάσημη για την ακούραστη αντίσταση που έχει φέρει στις πολλαπλές μορφές καταπίεσης που προσπάθησαν να τη χαλιναγωγήσουν.
Ο Έλληνας δεν χορεύει και δε θα χορέψει ποτέ στο ένα πόδι, ούτε θα σκύψει δουλικά, ανεξάρτητα από τα καθεστώτα που θέλουν να του επιβάλλουν. Χορεύει με τα χέρια του, σαν να θέλει να πετάξει προς τα αστέρια. Γράφει στους τοίχους αυτό που θα του άρεσε να διαβάσει κάπου αλλού. Καίει μια τράπεζα όταν δεν του αφήνουν πλέον την πολυτέλεια να ψήσει στην παραδοσιακή του ψησταριά. Ο Έλληνας είναι τόσο ζωντανός, όσο η ιδεολογία της απειλής θανάσιμη. Και ο Έλληνας αν και χτυπημένος μέχρι θανάτου, στο τέλος πάντα σηκώνεται.
Ναι, η Ευρώπη της οικονομίας ήθελε να δημιουργήσει ένα παράδειγμα. Αλλά μες τον εκνευρισμό της να χτυπήσει τη χώρα που φαινόταν η πιο αδύναμη στη ευρωζώνη, μέσα στην υπερβολική της βία, η μάσκα της έπεσε. Είναι τώρα περισσότερο από ποτέ, η ώρα να καταδείξουμε το αληθινό της πρόσωπο: αυτό του ολοκληρωτισμού. Γιατί πρόκειται πραγματικά περί αυτού. Και υπάρχει μόνο μία απάντηση στον ολοκληρωτισμό: ο αγώνας, επίμονος και ανυποχώρητος, μέχρι τη μάχη, αν χρειαστεί, καθώς διακυβεύεται η ίδια η ύπαρξη. Έχουμε έναν κόσμο, μια ζωή, και αξίες να υπερασπιστούμε.
Παντού στους δρόμους, είναι τα αδέλφια μας, οι αδελφές μας, τα παιδιά μας, οι γονείς μας, οι οποίοι έχουν πληγεί μπροστά στα μάτια μας, ακόμα και αν είναι μακριά. Πεινάμε, κρυώνουμε και πονάμε μαζί τους. Όλα τα χτυπήματα που δέχονται μας τραυματίζουν εξίσου. Κάθε παιδί στην Ελλάδα που λιποθυμά στο σχολείο του, μας καλεί στην αγανάκτηση και στην εξέγερση.
Για τους Έλληνες, είναι καιρός να πούνε όχι, και, για όλους εμάς, ήρθε ο καιρός να τους υποστηρίξουμε. Επειδή ο ελληνικός λαός σήμερα ηγείται της μάχης κατά του οικονομικού ολοκληρωτισμού, που καταστρέφει παντού τη δημόσια περιουσία, απειλεί την καθημερινή επιβίωση, διαδίδει την απόγνωση, το φόβο και την αποχαύνωση μέσα από έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων.
Πέρα από έναν συναισθηματικό θυμό που εκτονώνεται με την καταστροφή των συμβόλων της καταπίεσης, αναπτύσσει έναν διαυγή θυμό, των αγωνιστών που αρνούνται να στερηθούν την ίδια τους τη ζωή προς όφελος της τραπεζικής μαφίας και της λογικής της, αυτής του “τρελού χρήματος”. Με τις συνελεύσεις της άμεσης δημοκρατίας, το κίνημα της πολιτικής ανυπακοής, το κίνημα “Δεν πληρώνω” και τις πρώτες εμπειρίες της αυτοδιαχείρισης, μια νέα Ελλάδα αναδύεται αυτή τη στιγμή, που απορρίπτει την τυραννία της αγοράς για λογαριασμό των ανθρώπων.
Δεν γνωρίζουμε πόσο καιρό θα πάρει για τους ανθρώπους να ελευθερωθούν από την εθελοντική δουλεία τους, αλλά είναι βέβαιο ότι, αντιμετωπίζοντας τη γελοιότητα της πελατειακής πολιτικής, των διεφθαρμένων δημοκρατιών, τον τραγελαφικό κυνισμό του κράτους των banksters (τραπεζική μαφία), θα έχουμε μόνο την επιλογή -ενάντια σε κάθε εκβιασμό- να διαχειριστούμε τις υποθέσεις μας εμείς οι ίδιοι.
Η Ελλάδα είναι το παρελθόν μας. Είναι επίσης το μέλλον μας. Ανακαλύψτε την ξανά μαζί της!
Το 2012 ας γίνουμε όλοι Έλληνες!»
Ο Έλληνας δεν χορεύει και δε θα χορέψει ποτέ στο ένα πόδι, ούτε θα σκύψει δουλικά, ανεξάρτητα από τα καθεστώτα που θέλουν να του επιβάλλουν. Χορεύει με τα χέρια του, σαν να θέλει να πετάξει προς τα αστέρια. Γράφει στους τοίχους αυτό που θα του άρεσε να διαβάσει κάπου αλλού. Καίει μια τράπεζα όταν δεν του αφήνουν πλέον την πολυτέλεια να ψήσει στην παραδοσιακή του ψησταριά. Ο Έλληνας είναι τόσο ζωντανός, όσο η ιδεολογία της απειλής θανάσιμη. Και ο Έλληνας αν και χτυπημένος μέχρι θανάτου, στο τέλος πάντα σηκώνεται.
Ναι, η Ευρώπη της οικονομίας ήθελε να δημιουργήσει ένα παράδειγμα. Αλλά μες τον εκνευρισμό της να χτυπήσει τη χώρα που φαινόταν η πιο αδύναμη στη ευρωζώνη, μέσα στην υπερβολική της βία, η μάσκα της έπεσε. Είναι τώρα περισσότερο από ποτέ, η ώρα να καταδείξουμε το αληθινό της πρόσωπο: αυτό του ολοκληρωτισμού. Γιατί πρόκειται πραγματικά περί αυτού. Και υπάρχει μόνο μία απάντηση στον ολοκληρωτισμό: ο αγώνας, επίμονος και ανυποχώρητος, μέχρι τη μάχη, αν χρειαστεί, καθώς διακυβεύεται η ίδια η ύπαρξη. Έχουμε έναν κόσμο, μια ζωή, και αξίες να υπερασπιστούμε.
Παντού στους δρόμους, είναι τα αδέλφια μας, οι αδελφές μας, τα παιδιά μας, οι γονείς μας, οι οποίοι έχουν πληγεί μπροστά στα μάτια μας, ακόμα και αν είναι μακριά. Πεινάμε, κρυώνουμε και πονάμε μαζί τους. Όλα τα χτυπήματα που δέχονται μας τραυματίζουν εξίσου. Κάθε παιδί στην Ελλάδα που λιποθυμά στο σχολείο του, μας καλεί στην αγανάκτηση και στην εξέγερση.
Για τους Έλληνες, είναι καιρός να πούνε όχι, και, για όλους εμάς, ήρθε ο καιρός να τους υποστηρίξουμε. Επειδή ο ελληνικός λαός σήμερα ηγείται της μάχης κατά του οικονομικού ολοκληρωτισμού, που καταστρέφει παντού τη δημόσια περιουσία, απειλεί την καθημερινή επιβίωση, διαδίδει την απόγνωση, το φόβο και την αποχαύνωση μέσα από έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων.
Πέρα από έναν συναισθηματικό θυμό που εκτονώνεται με την καταστροφή των συμβόλων της καταπίεσης, αναπτύσσει έναν διαυγή θυμό, των αγωνιστών που αρνούνται να στερηθούν την ίδια τους τη ζωή προς όφελος της τραπεζικής μαφίας και της λογικής της, αυτής του “τρελού χρήματος”. Με τις συνελεύσεις της άμεσης δημοκρατίας, το κίνημα της πολιτικής ανυπακοής, το κίνημα “Δεν πληρώνω” και τις πρώτες εμπειρίες της αυτοδιαχείρισης, μια νέα Ελλάδα αναδύεται αυτή τη στιγμή, που απορρίπτει την τυραννία της αγοράς για λογαριασμό των ανθρώπων.
Δεν γνωρίζουμε πόσο καιρό θα πάρει για τους ανθρώπους να ελευθερωθούν από την εθελοντική δουλεία τους, αλλά είναι βέβαιο ότι, αντιμετωπίζοντας τη γελοιότητα της πελατειακής πολιτικής, των διεφθαρμένων δημοκρατιών, τον τραγελαφικό κυνισμό του κράτους των banksters (τραπεζική μαφία), θα έχουμε μόνο την επιλογή -ενάντια σε κάθε εκβιασμό- να διαχειριστούμε τις υποθέσεις μας εμείς οι ίδιοι.
Η Ελλάδα είναι το παρελθόν μας. Είναι επίσης το μέλλον μας. Ανακαλύψτε την ξανά μαζί της!
Το 2012 ας γίνουμε όλοι Έλληνες!»
Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012
Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011
Ομιλία 2005
Στις 24 Αυγούστου φέτος, 2011, ο Αμερικανός επιχειρηματίας Στίβ Τζομπς, 56 ετών, συνιδρυτής, πρώην Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας Apple, υπέβαλε την παραίτησή του, δηλώνοντας ότι δεν μπορεί πλέον (υπονοώντας σοβαρά προβλήματα υγείας) να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του.
Τον Ιούνιο του 2005, ο Τζομπς είχε εκφωνήσει μία συγκλονιστική ομιλία κατά την τελετή αποφοίτησης στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Κατά την διάρκειά της, οι περισσότεροι απόφοιτοι έκλαιγαν συνεχώς. Στο τέλος, το χειροκρότημα δεν θα σταματούσε εάν δεν εκλιπαρούσε ο ίδιος τους φοιτητές, τους καθηγητές, τους συγγενείς και φίλους, “please stop, before I start».
Η ομιλία εκείνη «κυκλοφόρησε» στο Ίντερνετ, και έχει διαβαστεί από εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.
Αντίθετα, για την οπισθοδρομική ελίτ που επί δεκαετίες τώρα διαφεντεύει τα Πανεπιστήμιά μας, αντιδρώντας σε κάθε απόπειρα αλλαγής, ο Στίβ Τζομπς μπορεί και να γευόταν την αποδοκιμασία, ίσως και την βία, εάν ερχόταν εδώ και εκφωνούσε αυτόν τον λόγο σε δικό μας αμφιθέατρο. Θα λέγανε «τι γυρεύει εδώ ένα κατ’ εξοχήν σύμβολο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού;», και θα επαναλάμβαναν ρυθμικά (όπως μόνο αυτό γνωρίζουν) το σύνθημα «έξω οι επιχειρηματίες από τα πανεπιστήμιά μας».
Όπως και νάχει, η ομιλία του Τζομπς ευτυχώς δεν ασχολείται με, και δεν απαντά σε τέτοιου είδους πολιτικές μικρότητες. Μιλάει στα ίσια, σαν φίλος, και όχι σαν καθοδηγητής, σε παιδιά που θέλουν να τον ακούσουν. Και τους λέει αλήθειες που αγγίζουν τις ψυχές τους, και που ίσως τους βοηθήσει να δουν τα πράγματα διαφορετικά απ’ ότι τα βλέπουν σήμερα, και να κάνουν πράξη την προτροπή του «μείνετε πεινασμένοι, κάντε την τρέλα σας».
Είναι τιμή μου που είμαι μαζί σας σήμερα στην τελετή αποφοίτησής σας από ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο. Για να σας πω και την αλήθεια, αυτό είναι το πλησιέστερο που έχω φτάσει ποτέ σε τελετή αποφοίτησης. Σήμερα, θέλω να σας πω τρεις ιστορίες από τη ζωή μου. Αυτό, όλο κι όλο. Τίποτα σπουδαίο. Απλώς τρεις ιστορίες.
Η πρώτη, έχει να κάνει με το πώς να ενώνεις σημεία.
Εγώ εγκατέλειψα τις σπουδές μου στο Κολλέγιο Reed τους πρώτους 6 μήνες, αλλά παρέμεινα εκεί ως drop-in (σ.σ.: που είναι ο φοιτητής ο οποίος αντί για 4 χρόνια, επιλέγει να σπουδάσει μόνο για 2 χρόνια στο πανεπιστήμιο) για άλλους 18 μήνες, οπότε και τα παράτησα οριστικά. Γιατί το έκανα αυτό, λοιπόν;
Όλα άρχισαν προτού καν γεννηθώ. Η βιολογική μου μητέρα ήταν πολύ νέα, ανύπαντρη φοιτήτρια, και αποφάσισε να με δώσει για υιοθεσία. Πίστευε πολύ βαθιά ότι θα έπρεπε να υιοθετηθώ από απόφοιτους πανεπιστημίου, από μορφωμένους ανθρώπους δηλαδή, και έτσι όλα είχαν κανονιστεί ώστε μόλις γεννιόμουν να με υιοθετούσαν ένας δικηγόρος και ή γυναίκα του. Μόνο που, μόλις βγήκα από τη κοιλιά της μητέρας μου, οι δύο αυτοί άνθρωποι αποφάσισαν την τελευταία στιγμή ότι ήθελαν κορίτσι. Έτσι, λοιπόν, οι σημερινοί μου γονείς, οι οποίοι ήσαν σε λίστα αναμονής τότε, έλαβαν ένα τηλεφώνημα στη μέση της νύχτας και άκουσαν κάποιον να τους λέει: «Έχουμε, αναπάντεχα, ένα νεογέννητο αγόρι. Το θέλετε;». Και είπαν: «Βεβαίως».
Η βιολογική μου μητέρα ανακάλυψε αργότερα ότι η θετή μου μητέρα ποτέ δεν είχε αποφοιτήσει από κανένα πανεπιστήμιο, και ότι ο θετός μου πατέρας δεν είχε αποφοιτήσει καν από γυμνάσιο. Έτσι, αρνήθηκε να υπογράψει τα έγγραφα στα οποία χρειαζόταν η συμφωνία της ώστε να οριστικοποιηθεί η υιοθεσία μου. Υποχώρησε, όμως, λίγους μήνες αργότερα, όταν οι θετοί μου γονείς υποσχέθηκαν ότι κάποια μέρα θα με έστελναν σε πανεπιστήμιο. Να μορφωθώ.
Πράγματι, 17 χρόνια μετά, πήγα για σπουδές σε πανεπιστήμιο. Αλλά πολύ αφελώς, επέλεξα ένα πανεπιστήμιο το οποίο ήταν σχεδόν όσο ακριβό είναι και το Στάνφορντ, και έτσι όλες οι οικονομίες των σκληρά εργαζομένων γονιών μου ξοδεύονταν για τα δίδακτρά μου.
Έπειτα από 6 μήνες, όμως, δεν είχα ειλικρινή απάντηση στο ερώτημα εάν άξιζε τον κόπο οι γονείς μου να ξοδεύουν τόσα χρήματα για να σπουδάζω εγώ. Δεν έβλεπα να είχε αξία αυτή η επένδυσή τους.
Δεν είχα ιδέα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Και δεν είχα ιδέα εάν η πανεπιστημιακή ζωή θα με βοηθούσε να βρω την απάντηση. Κι’ όμως, ήμουν εκεί, και σπούδαζα, ξοδεύοντας όλα τα χρήματα που οι γονείς μου είχαν εξοικονομήσει ολόκληρη ζωή.
Έτσι, λοιπόν, πήρα μια μέρα την απόφαση να εγκαταλείψω τις σπουδές, πιστεύοντας ειλικρινά ότι όλα θα τακτοποιηθούν και ότι θα βρω τελικά τον δρόμο μου. Ήταν σχεδόν τρομακτικό, τότε, αυτό που έκανα, αλλά καθώς κοιτάζω πίσω τώρα, νομίζω πως ήταν μία από τις καλύτερες αποφάσεις που πήρα ποτέ. Τη στιγμή που εγκατέλειψα το κανονικό πρόγραμμα σπουδών, σταμάτησα να παρακολουθώ τα υποχρεωτικά μαθήματα που δεν με ενδιέφεραν, και άρχισα να πηγαίνω σ’ εκείνα που μου φαίνονταν πιο ενδιαφέροντα. Κατ’ επιλογήν.
Δεν ήταν όλα ωραία, εύκολα και ρομαντικά τότε. Δεν είχα δικό μου δωμάτιο στη φοιτητική εστία, κοιμόμουν στο πάτωμα των δωματίων μερικών φίλων μου, πήγαινα σε σούπερμαρκετ και τους επέστρεφα γυάλινες μπουκάλες Κόκα Κόλα και έπαιρνα 5 σεντς τη μία και αγόραζα κάτι να φάω, και περπατούσα 7 μίλια από την μία άκρη της πόλης στην άλλη κάθε Κυριακή βράδυ για να πάρω δωρεάν ένα πιάτο καλό φαγητό που μοίραζαν σε κάποιο ναό των Χάρε Κρίσνα. Κι’ όμως, τα λάτρευα όλ’ αυτά. Και όσα πράγματα ανακάλυψα τυχαία, ακολουθώντας την περιέργεια και την διαίσθησή μου, αργότερα αποδείχτηκαν ανεκτίμητα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα:
To Κολλέγιο Reed, εκείνον τον καιρό, διέθετε την πιο καλή σχολή καλλιγραφίας σε όλη τη χώρα. Σε όλη τη πανεπιστημιούπολη, κάθε αφίσα, κάθε ταμπέλλα σε κάθε ντουλάπα ή συρτάρι καθηγητή, λέκτορα ή φοιτητή, ήταν γραμμένη στο χέρι με την πιο όμορφη καλλιγραφία. Εγώ, επειδή είχα παραιτηθεί από το κανονικό πρόγραμμα σπουδών και έτσι δεν ήμουν αναγκασμένος να παρακολουθώ τα υποχρεωτικά μαθήματα, αποφάσισα να πάρω το μάθημα της καλλιγραφίας και να μάθω και εγώ να γράφω έτσι ωραία. Έμαθα, λοιπόν, για τις γραμματοσειρές serif και san serif, έμαθα να τροποποιώ το διάστημα μεταξύ διαφόρων συνδυασμών γραμμάτων, και έμαθα τι είναι εκείνο που κάνει την σπουδαία τυπογραφία πραγματικά σπουδαία. Ήταν υπέροχο, ήταν ιστορικό, ήταν καλλιτεχνικά διακριτικό με τρόπο που καμιά επιστήμη δεν μπορεί να συλλάβει, και εγώ το έβρισκα τόσο, μα τόσο συναρπαστικό.
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχαν βέβαια καμία ελπίδα πρακτικής εφαρμογής στη ζωή μου. Αλλά δέκα χρόνια αργότερα, όταν σχεδιάζαμε τον πρώτο υπολογιστή Macintosh, όλα όσα έμαθα στο μάθημα της καλλιγραφίας, μου ξανάρθαν πάλι. Και τα ενσωματώσαμε όλα στο Mac. Ήταν το πρώτο κομπιούτερ με πραγματικά υπέροχη τυπογραφία. Έτσι, εάν δεν είχα παρατήσει εκείνον τον κύκλο υποχρεωτικών μαθημάτων στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου, το Mac δεν θα είχε ποτέ ούτε τις πολλαπλές γραμματοσειρές, ούτε και τα fonts με αναλογικά διαστήματα. Και, μιας και τα Windows απλώς αντέγραψαν το Mac, είναι πολύ πιθανό, σήμερα που σας μιλάω, κανένα PC να είχε αυτές τις εφαρμογές. Εάν δεν είχα παρατήσει τότε τα υποχρεωτικά μαθήματα, δεν θα πήγαινα ποτέ σ’ αυτές τις τάξεις καλλιγραφίας, και οι προσωπικοί υπολογιστές μπορεί να μην είχαν την υπέροχη τυπογραφία που έχουν σήμερα. Βεβαίως, ήταν αδύνατον να δω τόσο πολύ μακριά όταν σπούδαζα τότε στο πανεπιστήμιο και να συνδέσω τα σημεία. Αλλά δέκα χρόνια μετά, κοιτώντας πίσω, ήταν πλέον πολύ σαφές. Πάλι, δεν μπορείς να συνδέσεις τα σημεία κοιτώντας εμπρός. Μπορείς να το κάνεις μόνο εάν κοιτάξεις πίσω εκ των υστέρων. Έτσι, θα πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη, ότι τα σημεία αυτά (ή, τα σημάδια, αν θέλετε), με κάποιον τρόπο, στο μέλλον θα ενωθούν. Πρέπει σε κάτι να έχεις πίστη. Στην διαίσθησή σου, στη μοίρα σου, στη ζωή, στο κάρμα, σε οτιδήποτε. Αυτή η προσέγγιση δεν με πρόδωσε ποτέ, και έχει κάνει όλη τη διαφορά στη ζωή μου.
Η δεύτερή μου ιστορία είναι για την αγάπη και την απώλεια.
Ήμουν τυχερός – πολύ νωρίς ανακάλυψα τι ήθελα να κάνω στη ζωή. Ο Woz κι εγώ ξεκινήσαμε την Apple στο γκαράζ του σπιτιού των δικών μου, όταν εγώ ήμουν 20 χρονών. Δουλέψαμε σκληρά, και σε 10 χρόνια η Apple είχε αναπτυχθεί από μια δουλειά που την κάνανε δύο άνθρωποι μέσα σε ένα γκαράζ σπιτιού σε μία εταιρεία αξίας $2 δισεκατομμυρίων δολαρίων με περισσότερους από 4000 υπαλλήλους. Είχαμε μόλις βγάλει στην αγορά την καλύτερή μας δημιουργία – το Macintosh – έναν χρόνο νωρίτερα, κι εγώ μόλις είχα γίνει 30 ετών. Και τότε, με απέλυσαν. Πως μπορείς να απολυθείς από μία εταιρεία που ξεκίνησες και έστησες εσύ; Έ, καθώς η Apple μεγάλωνε, προσλάβαμε κάποιον που εγώ νόμιζα ότι ήταν ταλαντούχος για να διοικεί την εταιρεία μαζί μου. Και για τον πρώτο σχεδόν χρόνο, τα πράγματα πήγαιναν καλά. Αλλά τότε, τα οράματα και τα σχέδιά μας για το μέλλον άρχισαν να αποκλίνουν, και τελικά είχαμε μία «έκρηξη», έναν μεγάλο καυγά μεταξύ μας. Όταν συνέβη αυτό, το Διοικητικό Συμβούλιο τάχθηκε με το μέρος αυτού του ανθρώπου που εμείς είχαμε προσλάβει για να μας ξαλαφρώσει στην διοίκηση της εταιρείας.
Έτσι λοιπόν, στα 30 μου χρόνια, με πέταξαν έξω. Και μάλιστα με τον πιο «δημόσιο», πιο ταπεινωτικό τρόπο. Ό,τι ήταν έως τότε, το επίκεντρο της ενήλικης ζωής μου, γκρεμίστηκε. Και αυτό για μένα ήταν ολέθριο, καταστροφικό.
Για μερικούς μήνες μετά, δεν ήξερα τι να κάνω. Πίστευα πως είχα απογοητεύσει φοβερά όλη τη προηγούμενη γενιά των επιχειρηματιών – ότι μου έπεσε η σκυτάλη τη στιγμή που μου την έδιναν για να συνεχίσω.
Συναντήθηκα με τον David Packard και τον Bob Noyce, και προσπάθησα να απολογηθώ και να τους εξηγήσω γιατί τα είχα κάνει τόσο σκατά. Σκέφτηκα ακόμα να φύω εντελώς από την Silicon Valley και να εξαφανιστώ από προσώπου γης.
Αλλά κάτι άρχισε σιγά-σιγά να ρίχνει λίγο φως στη ζωή μου. Αυτό το «κάτι» ήταν ότι αγαπούσα πολύ αυτό που έκανα. Όσα είχαν συμβεί στην Apple, δεν είχαν καν αγγίξει, για μένα, αυτό το «κάτι». Είχα γευτεί την απόρριψη, αλλά ήμουν ακόμα ερωτευμένος.
Και έτσι, αποφάσισα να ξεκινήσω πάλι από την αρχή.
Δεν το έβλεπα τότε, αλλά αποδείχτηκε ότι η απόλυσή μου από την Apple ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου είχε συμβεί. Το βάρος του να είσαι επιτυχημένος, αντικαταστάθηκε από την ελαφράδα του να μπορείς και πάλι να είσαι πρωτάρης, και να έχεις για όλα λιγότερη σιγουριά. Η απόλυσή μου με απελευθέρωσε, και με βοήθησε να περάσω σε μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής μου.
Στα επόμενα πέντε χρόνια, ίδρυσα μια νέα εταιρεία, την NeXT, και ακόμα μία, την Pixar, και ερωτεύτηκα μια καταπληκτική γυναίκα που έμελλε να γίνει και σύζυγός μου. Η Pixar, παρήγαγε την πρώτη, στον κόσμο ταινία κινουμένων σχεδίων «φτιαγμένων» εξ ολοκλήρου στο κομπιούτερ, το Toy Story, και είναι σήμερα το πιο επιτυχημένο στούντιο για παραγωγή τέτοιων ταινιών στον κόσμο.
Επίσης, σε μία συγκλονιστική ανατροπή των πραγμάτων, ή Apple εξαγόρασε την NeXT, εγώ επέστρεψα στην Apple, και η τεχνολογία που αναπτύξαμε στην NeXT είναι σήμερα στην καρδιά της αναγέννησης της Apple. Και, μαζί με όλα αυτά, ή Leurene και εγώ έχουμε μαζί μια θαυμάσια οικογένεια.
Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί εάν δεν είχα απολυθεί από την Apple. Ήταν ένα φάρμακο με απαίσια γεύση, αλλά νομίζω πως τελικά ο ασθενής το χρειαζότανε. Μερικές φορές, η ζωή σε χτυπάει στο κεφάλι με ένα τούβλο. Μην χάνετε την πίστη σας. Είμαι πεπεισμένος ότι το μόνο πράγμα που με κράτησε όρθιο, ήταν ότι αγαπούσα πολύ αυτό που έκανα. Πρέπει λοιπόν και εσείς να ανακαλύψετε τι πραγματικά σας αρέσει. Και αυτό αφορά και τη δουλειά που θα κάνετε, και τον σύντροφο που θα επιλέξετε στη ζωή σας. Η εργασία θα γεμίσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής σας, και ο μόνος τρόπος για να είστε πραγματικά ικανοποιημένοι, είναι να κάνετε αυτό που εσείς πιστεύετε ότι είναι μια σπουδαία δουλειά. Και ο μόνος τρόπος για να κάνει κάποιος μια σπουδαία δουλειά, είναι να την αγαπήσει. Εάν δεν την έχετε ανακαλύψει ακόμα, μην απογοητευθείτε. Συνεχίστε να ψάχνετε. Μην επαναπαυθείτε. Μην συμβιβαστείτε. Όπως όλα τα «θέματα της καρδιάς», όταν το ανακαλύψετε, θα το αισθανθείτε, θα καταλάβετε ότι «αυτό είναι». Και θα δείτε τότε ότι, όπως κάθε σπουδαία σχέση, έτσι και αυτή, όσο θα περνούν τα χρόνια, θα γίνεται όλο και καλύτερη. Έτσι λοιπόν, συνεχίστε να ψάχνετε έως ότου βρείτε αυτό το «κάτι» που θα ξέρετε ότι το «δικό σας». Μην επαναπαυθείτε.
Η τρίτη ιστορία μου, έχει να κάνει με τον θάνατο.
Όταν ήμουν 17 ετών, διάβασα μία ρήση που έλεγε: «Εάν ζήσεις κάθε μέρα ωσάν να ήταν η τελευταία σου, κάποια μέρα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα 33 δικαιωθείς». Μου έκανε εντύπωση αυτή η ρήση, και έκτοτε, για τα τελευταία 33 χρόνια, κάθε πρωί κοιτάζομαι στον καθρέφτη και ρωτώ τον εαυτό μου: «Εάν η σημερινή μέρα ήταν η τελευταία της ζωής σου, θα ήθελα να κάνω αυτό που ετοιμάζομαι να κάνω σήμερα;». Και όποτε η απάντηση ήταν «όχι» για σειρά ημερών, ήξερα αμέσως ότι κάτι έπρεπε να αλλάξω.
Υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου ότι «σύντομα θα πεθάνεις», βρήκα το πιο χρήσιμο εργαλείο ώστε να παίρνω τις σημαντικότερες αποφάσεις στη ζωή μου. Διότι σχεδόν όλα τα πράγματα – όλες οι εξωτερικές προσδοκίες, όλες οι υπερηφάνειες, όλοι οι φόβοι και οι όλες οι ντροπές για πιθανή αποτυχία – όλα αυτά απλώς γκρεμίζονται, εξαφανίζονται όταν βλέπεις μπροστά σου τον θάνατοι, και μένουν μόνο εκείνα που είναι στ’ αλήθεια σημαντικά. Υπενθυμίζοντας στον εαυτό σου ότι μια μέρα θα πεθάνεις, είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγεις την παγίδα του να σκέφτεσαι συνεχώς αυτά που θα χάσεις εάν πάρεις την «άλφα» ή «βήτα» απόφαση». Θυμήσου ότι είσαι ήδη γυμνός. Δεν υπάρχει κανένας λόγος, λοιπόν, να μην ακολουθήσεις αυτό που σου ζητάει η καρδιά σου.
Πριν από περίπου έναν χρόνο, μου ανακοίνωσαν οι γιατροί ότι έχω καρκίνο. Έκανα MRI (μαγνητική τομογραφία) στις 7.30 το πρωί, και έδειξε ξεκάθαρα ότι είχα καρκίνο στο πάγκρεας. Τότε, δεν ήξερα κάν τι είναι το πάγκρεας. Οι γιατροί μου είπαν ότι ο καρκίνος που είχα εγώ εκεί, ήταν σχεδόν αθεράπευτος, και ότι θα έπρεπε να αρχίσω να συνηθίζω στην ιδέα ότι δεν μου έμενε περισσότερη ζωή από τριών έως εννέα μηνών. Ο προσωπικός μου γιατρός με συμβούλευσε να επιστρέψω στο σπίτι και να αρχίσω αμέσως να τακτοποιώ τις «προσωπικές» μου υποθέσεις, μία φράση που χρησιμοποιούν ως κλισέ οι γιατροί αντί να σου πουν «προετοιμάσου να πεθάνεις». Η «τακτοποιηση προσωπικών υποθέσεων» είναι να προσπαθήσεις να πεις, σε ελάχιστους μήνες, στα παιδιά σου, όσα νόμιζες ότι είχες άλλα τουλάχιστον δέκα χρόνια για να τους τα πεις. Είναι, επίσης, να μην αφήσεις πίσω σου, πεθάινοντας, εκκρεμότητες που θα ταλαιπωρήσουν τους δικούς σου ανθρωπους που θα μείνουν πίσω. Σημαίνει, τέλος, αυτό το «τακτοποίηση προσωπικών υποθέσεων», να βρεις τον κατάλληλο χρόνο και τρόπο για να αποχαιρετίσεις τα αγαπημένα σου πρόσωπα.
Ζούσα με αυτήν την καταραμένη διάγνωση κάθε μέρα της ζωής μου. Το ίδιο βράδυ που ανακοίνωσαν οι γιατροί ότι είχα καρκίνο, μου έκαναν και βιοψία ενδοσκοπικά, μέσω του λαιμού μου, στο στομάχι και από εκεί στα έντερα, πέρασαν μία βελόνα στο πάγκρεας, και πήραν μερικά κύτταρα από τον καρκίνο. Εγώ ήμουν σε καταστολή, αλλά η γυναίκα μου, που ήταν παρούσα, μου είπε ότι όταν είδα οι γιατροί τα κύτταρα κάτω από ένα μικροσκόπιο, άρχισαν να κλαίνε, διότι αποδείχτηκε ότι είχα μια πολύ σπάνιας μορφής καρκίνου του παγκρέατος που είναι θεραπεύσιμη με εγχείρηση. Σχεδόν όλες οι άλλες μορφές τέτοιου καρκίνου είναι καταδικασμένες. Έτσι, λοιπόν, με βάλανε στο χειρουργείο, και σήμερα είμαι μια χαρά.
Αυτό ήταν το κοντινότερο που έχω φτασει στον θάνατο. Και ελπίζω να είναι το κοντινότερο που θα φτάσω σε αυτόν, για τις επόμενες δεκαετίες. Έχοντας ζήσει, λοιπόν, αυτήν την εμπειρία, νομίζω πως μπορώ, με μεγαλύτερη σιγουριά, απ’ ότι όταν ό θάνατος ήταν για μένα απλώς μία «φιλοσοφική ιδέα», ότι:
Κανείς δεν θέλει να πεθάνει. Ακόμα και οι άνθρωποι που θέλουν να πάνε στον Παράδεισο, δεν θέλουν να πεθάνουν για να φτάσουν εκεί. Και όμως, ο θάνατος είναι ο προορισμός που όλοι μοιραζόμαστε. Κανείς, ποτέ, δεν έχει γλυτώσει από αυτόν. Ο Θάνατος είναι, ίσως, ή καλύτερη ανακάλυψη της Ζωής. Και έτσι, μάλλον, πρέπει να είναι. Ο Θάνατος είναι ο ατζέντης, ο μεσίτης, που σε βοηθά να αλλάξεις τη Ζωή σου, προτού έρθει αυτός να σε πάρει. Ξεκαθαρίζει το παλιό, προετοιμάζοντας το έδαφος για νάρθει το καινούργιο. Αυτήν την στιγμή που σας μιλάω, το καινούργιο είστε εσείς. Αλλά κάποια μέρα, όχι πολύ μακρινή από τώρα, και εσείς θα εξελιχθείτε σιγά-σιγά σε «παλιό», και θα … ξεκαθαριστείτε. Συγχωρήστε με που γίνομαι τόσο δραματικός, αλλά αυτή είναι η απλή αλήθεια.
Ο χρόνος σας είναι περιορισμένος. Μην τον σπαταλάτε, λοιπόν, ζώντας τη ζωή κάποιου άλλου ανθρώπου. Μην παγιδευτείτε από το δόγμα του να ζείτε από τα αγαθά της σκέψης ενός άλλου. Μην αφήστε τον θόρυβο από την άποψη άλλων ανθρώπων να πνίξει την δική σας, εσωτερική φωνή. Και, το πιο σημαντικό απ’ όλα, να έχετε πάντα το θάρρος να ακολουθείτε την καρδιά και το ένστικτό σας. Αυτά τα δύο, κάπως, πάντοτε, γνωρίζουν ήδη τι εσύ θέλεις πραγματικά να γίνεις. Είναι δευτερεύοντα.
Όταν ήμουν νέος, υπήρχε ένα καταπληκτικό δημοσίευμα που είχε τίτλο «The Whole Earth Catalog» («Ο Κατάλογος Όλου του Κόσμου»), που ήταν μία από τις Βίβλους της δικής μου γενιάς. Τον είχε συντάξει ένας τύπος ονόματι Stewart Brand, που ζούσε όχι μακριά από εδώ, στο Menlo Park, και το ζωντάνεψε με το ποιητικό του άγγιγμα. Αυτό συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του ’60, πριν από τους προσωπικούς υπολογιστές (personal computers) και το desktop publishing. Όλα τυπώνονταν με τη χρήση γραφομηχανών, ψαλιδιού, και φωτογραφιών από μηχανές Polaroid. Ήταν, άς πούμε, σαν νάχαμε το Google σε έντυπη μορφή, 35 χρόνια πριν έρθει αυτό που ξέρουμε σήμερα σε ηλεκτρονική: ήταν ιδεαλιστικό, και ξεχείλιζε από υπέροχες εφαρμογές και ιδέες.
Ο Στιούαρτ και η ομάδα του έβγαλαν πολλές εκδόσεις του «The Whole Earth Catalog”, και τότε, όταν είχε κάνει τον κύκλο του, έβγαλαν και μία τελευταία έκδοση.Αυτό συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του ’70, και είχα την δική σας ηλικία. Στο οπισθόφυλλο της τελευταίας αυτής έκδοσης, υπήρχε μία φωτογραφία που απεικόνιζε το ξημέρωμα σε έναν επαρχιακό δρόμο, έναν δρόμο στον οποίο θα μπορούσατε να βρεθείτε και εσείς κάποια στιγμή, εάν είστε περιπετειώδεις τύποι, να κάνετε ώτο-στοπ. Κάτω από αυτήν την φωτογραφία, υπήρχε μια λεζάντα με τα λόγια: «Stay hungry. Stay foolish». Δηλαδή, «Μείνε πεινασμένος. Κάνε την τρέλα σου». Ήταν το αποχαιρετιστήριο μήνυμα της ομάδας του Στιούαρτ, καθώς υπέγραφαν την τελευταία τους έκδοση.
Μείνε πεινασμένος. Μείνε ανόητος. Αυτό ευχόμουν και εγώ πάντοτε για τον εαυτό μου. Και τώρα, καθώς αποφοιτάτε για να αρχίσετε μια καινούργια ζωή, εύχομαι και για σας το ίδιο, ακριβώς, πράγμα.
Stay Hungry. Stay Foolish.
Thank you all very much.
ΥΓ: Το πρωτότυπο κείμενο στα αγγλικά, υπάρχει στην ακόλουθη ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://news.stanford.edu/news/2005/june15/jobs-061505.html
Τον Ιούνιο του 2005, ο Τζομπς είχε εκφωνήσει μία συγκλονιστική ομιλία κατά την τελετή αποφοίτησης στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Κατά την διάρκειά της, οι περισσότεροι απόφοιτοι έκλαιγαν συνεχώς. Στο τέλος, το χειροκρότημα δεν θα σταματούσε εάν δεν εκλιπαρούσε ο ίδιος τους φοιτητές, τους καθηγητές, τους συγγενείς και φίλους, “please stop, before I start».
Η ομιλία εκείνη «κυκλοφόρησε» στο Ίντερνετ, και έχει διαβαστεί από εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.
Αντίθετα, για την οπισθοδρομική ελίτ που επί δεκαετίες τώρα διαφεντεύει τα Πανεπιστήμιά μας, αντιδρώντας σε κάθε απόπειρα αλλαγής, ο Στίβ Τζομπς μπορεί και να γευόταν την αποδοκιμασία, ίσως και την βία, εάν ερχόταν εδώ και εκφωνούσε αυτόν τον λόγο σε δικό μας αμφιθέατρο. Θα λέγανε «τι γυρεύει εδώ ένα κατ’ εξοχήν σύμβολο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού;», και θα επαναλάμβαναν ρυθμικά (όπως μόνο αυτό γνωρίζουν) το σύνθημα «έξω οι επιχειρηματίες από τα πανεπιστήμιά μας».
Όπως και νάχει, η ομιλία του Τζομπς ευτυχώς δεν ασχολείται με, και δεν απαντά σε τέτοιου είδους πολιτικές μικρότητες. Μιλάει στα ίσια, σαν φίλος, και όχι σαν καθοδηγητής, σε παιδιά που θέλουν να τον ακούσουν. Και τους λέει αλήθειες που αγγίζουν τις ψυχές τους, και που ίσως τους βοηθήσει να δουν τα πράγματα διαφορετικά απ’ ότι τα βλέπουν σήμερα, και να κάνουν πράξη την προτροπή του «μείνετε πεινασμένοι, κάντε την τρέλα σας».
Είναι τιμή μου που είμαι μαζί σας σήμερα στην τελετή αποφοίτησής σας από ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο. Για να σας πω και την αλήθεια, αυτό είναι το πλησιέστερο που έχω φτάσει ποτέ σε τελετή αποφοίτησης. Σήμερα, θέλω να σας πω τρεις ιστορίες από τη ζωή μου. Αυτό, όλο κι όλο. Τίποτα σπουδαίο. Απλώς τρεις ιστορίες.
Η πρώτη, έχει να κάνει με το πώς να ενώνεις σημεία.
Εγώ εγκατέλειψα τις σπουδές μου στο Κολλέγιο Reed τους πρώτους 6 μήνες, αλλά παρέμεινα εκεί ως drop-in (σ.σ.: που είναι ο φοιτητής ο οποίος αντί για 4 χρόνια, επιλέγει να σπουδάσει μόνο για 2 χρόνια στο πανεπιστήμιο) για άλλους 18 μήνες, οπότε και τα παράτησα οριστικά. Γιατί το έκανα αυτό, λοιπόν;
Όλα άρχισαν προτού καν γεννηθώ. Η βιολογική μου μητέρα ήταν πολύ νέα, ανύπαντρη φοιτήτρια, και αποφάσισε να με δώσει για υιοθεσία. Πίστευε πολύ βαθιά ότι θα έπρεπε να υιοθετηθώ από απόφοιτους πανεπιστημίου, από μορφωμένους ανθρώπους δηλαδή, και έτσι όλα είχαν κανονιστεί ώστε μόλις γεννιόμουν να με υιοθετούσαν ένας δικηγόρος και ή γυναίκα του. Μόνο που, μόλις βγήκα από τη κοιλιά της μητέρας μου, οι δύο αυτοί άνθρωποι αποφάσισαν την τελευταία στιγμή ότι ήθελαν κορίτσι. Έτσι, λοιπόν, οι σημερινοί μου γονείς, οι οποίοι ήσαν σε λίστα αναμονής τότε, έλαβαν ένα τηλεφώνημα στη μέση της νύχτας και άκουσαν κάποιον να τους λέει: «Έχουμε, αναπάντεχα, ένα νεογέννητο αγόρι. Το θέλετε;». Και είπαν: «Βεβαίως».
Η βιολογική μου μητέρα ανακάλυψε αργότερα ότι η θετή μου μητέρα ποτέ δεν είχε αποφοιτήσει από κανένα πανεπιστήμιο, και ότι ο θετός μου πατέρας δεν είχε αποφοιτήσει καν από γυμνάσιο. Έτσι, αρνήθηκε να υπογράψει τα έγγραφα στα οποία χρειαζόταν η συμφωνία της ώστε να οριστικοποιηθεί η υιοθεσία μου. Υποχώρησε, όμως, λίγους μήνες αργότερα, όταν οι θετοί μου γονείς υποσχέθηκαν ότι κάποια μέρα θα με έστελναν σε πανεπιστήμιο. Να μορφωθώ.
Πράγματι, 17 χρόνια μετά, πήγα για σπουδές σε πανεπιστήμιο. Αλλά πολύ αφελώς, επέλεξα ένα πανεπιστήμιο το οποίο ήταν σχεδόν όσο ακριβό είναι και το Στάνφορντ, και έτσι όλες οι οικονομίες των σκληρά εργαζομένων γονιών μου ξοδεύονταν για τα δίδακτρά μου.
Έπειτα από 6 μήνες, όμως, δεν είχα ειλικρινή απάντηση στο ερώτημα εάν άξιζε τον κόπο οι γονείς μου να ξοδεύουν τόσα χρήματα για να σπουδάζω εγώ. Δεν έβλεπα να είχε αξία αυτή η επένδυσή τους.
Δεν είχα ιδέα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Και δεν είχα ιδέα εάν η πανεπιστημιακή ζωή θα με βοηθούσε να βρω την απάντηση. Κι’ όμως, ήμουν εκεί, και σπούδαζα, ξοδεύοντας όλα τα χρήματα που οι γονείς μου είχαν εξοικονομήσει ολόκληρη ζωή.
Έτσι, λοιπόν, πήρα μια μέρα την απόφαση να εγκαταλείψω τις σπουδές, πιστεύοντας ειλικρινά ότι όλα θα τακτοποιηθούν και ότι θα βρω τελικά τον δρόμο μου. Ήταν σχεδόν τρομακτικό, τότε, αυτό που έκανα, αλλά καθώς κοιτάζω πίσω τώρα, νομίζω πως ήταν μία από τις καλύτερες αποφάσεις που πήρα ποτέ. Τη στιγμή που εγκατέλειψα το κανονικό πρόγραμμα σπουδών, σταμάτησα να παρακολουθώ τα υποχρεωτικά μαθήματα που δεν με ενδιέφεραν, και άρχισα να πηγαίνω σ’ εκείνα που μου φαίνονταν πιο ενδιαφέροντα. Κατ’ επιλογήν.
Δεν ήταν όλα ωραία, εύκολα και ρομαντικά τότε. Δεν είχα δικό μου δωμάτιο στη φοιτητική εστία, κοιμόμουν στο πάτωμα των δωματίων μερικών φίλων μου, πήγαινα σε σούπερμαρκετ και τους επέστρεφα γυάλινες μπουκάλες Κόκα Κόλα και έπαιρνα 5 σεντς τη μία και αγόραζα κάτι να φάω, και περπατούσα 7 μίλια από την μία άκρη της πόλης στην άλλη κάθε Κυριακή βράδυ για να πάρω δωρεάν ένα πιάτο καλό φαγητό που μοίραζαν σε κάποιο ναό των Χάρε Κρίσνα. Κι’ όμως, τα λάτρευα όλ’ αυτά. Και όσα πράγματα ανακάλυψα τυχαία, ακολουθώντας την περιέργεια και την διαίσθησή μου, αργότερα αποδείχτηκαν ανεκτίμητα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα:
To Κολλέγιο Reed, εκείνον τον καιρό, διέθετε την πιο καλή σχολή καλλιγραφίας σε όλη τη χώρα. Σε όλη τη πανεπιστημιούπολη, κάθε αφίσα, κάθε ταμπέλλα σε κάθε ντουλάπα ή συρτάρι καθηγητή, λέκτορα ή φοιτητή, ήταν γραμμένη στο χέρι με την πιο όμορφη καλλιγραφία. Εγώ, επειδή είχα παραιτηθεί από το κανονικό πρόγραμμα σπουδών και έτσι δεν ήμουν αναγκασμένος να παρακολουθώ τα υποχρεωτικά μαθήματα, αποφάσισα να πάρω το μάθημα της καλλιγραφίας και να μάθω και εγώ να γράφω έτσι ωραία. Έμαθα, λοιπόν, για τις γραμματοσειρές serif και san serif, έμαθα να τροποποιώ το διάστημα μεταξύ διαφόρων συνδυασμών γραμμάτων, και έμαθα τι είναι εκείνο που κάνει την σπουδαία τυπογραφία πραγματικά σπουδαία. Ήταν υπέροχο, ήταν ιστορικό, ήταν καλλιτεχνικά διακριτικό με τρόπο που καμιά επιστήμη δεν μπορεί να συλλάβει, και εγώ το έβρισκα τόσο, μα τόσο συναρπαστικό.
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχαν βέβαια καμία ελπίδα πρακτικής εφαρμογής στη ζωή μου. Αλλά δέκα χρόνια αργότερα, όταν σχεδιάζαμε τον πρώτο υπολογιστή Macintosh, όλα όσα έμαθα στο μάθημα της καλλιγραφίας, μου ξανάρθαν πάλι. Και τα ενσωματώσαμε όλα στο Mac. Ήταν το πρώτο κομπιούτερ με πραγματικά υπέροχη τυπογραφία. Έτσι, εάν δεν είχα παρατήσει εκείνον τον κύκλο υποχρεωτικών μαθημάτων στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου, το Mac δεν θα είχε ποτέ ούτε τις πολλαπλές γραμματοσειρές, ούτε και τα fonts με αναλογικά διαστήματα. Και, μιας και τα Windows απλώς αντέγραψαν το Mac, είναι πολύ πιθανό, σήμερα που σας μιλάω, κανένα PC να είχε αυτές τις εφαρμογές. Εάν δεν είχα παρατήσει τότε τα υποχρεωτικά μαθήματα, δεν θα πήγαινα ποτέ σ’ αυτές τις τάξεις καλλιγραφίας, και οι προσωπικοί υπολογιστές μπορεί να μην είχαν την υπέροχη τυπογραφία που έχουν σήμερα. Βεβαίως, ήταν αδύνατον να δω τόσο πολύ μακριά όταν σπούδαζα τότε στο πανεπιστήμιο και να συνδέσω τα σημεία. Αλλά δέκα χρόνια μετά, κοιτώντας πίσω, ήταν πλέον πολύ σαφές. Πάλι, δεν μπορείς να συνδέσεις τα σημεία κοιτώντας εμπρός. Μπορείς να το κάνεις μόνο εάν κοιτάξεις πίσω εκ των υστέρων. Έτσι, θα πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη, ότι τα σημεία αυτά (ή, τα σημάδια, αν θέλετε), με κάποιον τρόπο, στο μέλλον θα ενωθούν. Πρέπει σε κάτι να έχεις πίστη. Στην διαίσθησή σου, στη μοίρα σου, στη ζωή, στο κάρμα, σε οτιδήποτε. Αυτή η προσέγγιση δεν με πρόδωσε ποτέ, και έχει κάνει όλη τη διαφορά στη ζωή μου.
Η δεύτερή μου ιστορία είναι για την αγάπη και την απώλεια.
Ήμουν τυχερός – πολύ νωρίς ανακάλυψα τι ήθελα να κάνω στη ζωή. Ο Woz κι εγώ ξεκινήσαμε την Apple στο γκαράζ του σπιτιού των δικών μου, όταν εγώ ήμουν 20 χρονών. Δουλέψαμε σκληρά, και σε 10 χρόνια η Apple είχε αναπτυχθεί από μια δουλειά που την κάνανε δύο άνθρωποι μέσα σε ένα γκαράζ σπιτιού σε μία εταιρεία αξίας $2 δισεκατομμυρίων δολαρίων με περισσότερους από 4000 υπαλλήλους. Είχαμε μόλις βγάλει στην αγορά την καλύτερή μας δημιουργία – το Macintosh – έναν χρόνο νωρίτερα, κι εγώ μόλις είχα γίνει 30 ετών. Και τότε, με απέλυσαν. Πως μπορείς να απολυθείς από μία εταιρεία που ξεκίνησες και έστησες εσύ; Έ, καθώς η Apple μεγάλωνε, προσλάβαμε κάποιον που εγώ νόμιζα ότι ήταν ταλαντούχος για να διοικεί την εταιρεία μαζί μου. Και για τον πρώτο σχεδόν χρόνο, τα πράγματα πήγαιναν καλά. Αλλά τότε, τα οράματα και τα σχέδιά μας για το μέλλον άρχισαν να αποκλίνουν, και τελικά είχαμε μία «έκρηξη», έναν μεγάλο καυγά μεταξύ μας. Όταν συνέβη αυτό, το Διοικητικό Συμβούλιο τάχθηκε με το μέρος αυτού του ανθρώπου που εμείς είχαμε προσλάβει για να μας ξαλαφρώσει στην διοίκηση της εταιρείας.
Έτσι λοιπόν, στα 30 μου χρόνια, με πέταξαν έξω. Και μάλιστα με τον πιο «δημόσιο», πιο ταπεινωτικό τρόπο. Ό,τι ήταν έως τότε, το επίκεντρο της ενήλικης ζωής μου, γκρεμίστηκε. Και αυτό για μένα ήταν ολέθριο, καταστροφικό.
Για μερικούς μήνες μετά, δεν ήξερα τι να κάνω. Πίστευα πως είχα απογοητεύσει φοβερά όλη τη προηγούμενη γενιά των επιχειρηματιών – ότι μου έπεσε η σκυτάλη τη στιγμή που μου την έδιναν για να συνεχίσω.
Συναντήθηκα με τον David Packard και τον Bob Noyce, και προσπάθησα να απολογηθώ και να τους εξηγήσω γιατί τα είχα κάνει τόσο σκατά. Σκέφτηκα ακόμα να φύω εντελώς από την Silicon Valley και να εξαφανιστώ από προσώπου γης.
Αλλά κάτι άρχισε σιγά-σιγά να ρίχνει λίγο φως στη ζωή μου. Αυτό το «κάτι» ήταν ότι αγαπούσα πολύ αυτό που έκανα. Όσα είχαν συμβεί στην Apple, δεν είχαν καν αγγίξει, για μένα, αυτό το «κάτι». Είχα γευτεί την απόρριψη, αλλά ήμουν ακόμα ερωτευμένος.
Και έτσι, αποφάσισα να ξεκινήσω πάλι από την αρχή.
Δεν το έβλεπα τότε, αλλά αποδείχτηκε ότι η απόλυσή μου από την Apple ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου είχε συμβεί. Το βάρος του να είσαι επιτυχημένος, αντικαταστάθηκε από την ελαφράδα του να μπορείς και πάλι να είσαι πρωτάρης, και να έχεις για όλα λιγότερη σιγουριά. Η απόλυσή μου με απελευθέρωσε, και με βοήθησε να περάσω σε μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής μου.
Στα επόμενα πέντε χρόνια, ίδρυσα μια νέα εταιρεία, την NeXT, και ακόμα μία, την Pixar, και ερωτεύτηκα μια καταπληκτική γυναίκα που έμελλε να γίνει και σύζυγός μου. Η Pixar, παρήγαγε την πρώτη, στον κόσμο ταινία κινουμένων σχεδίων «φτιαγμένων» εξ ολοκλήρου στο κομπιούτερ, το Toy Story, και είναι σήμερα το πιο επιτυχημένο στούντιο για παραγωγή τέτοιων ταινιών στον κόσμο.
Επίσης, σε μία συγκλονιστική ανατροπή των πραγμάτων, ή Apple εξαγόρασε την NeXT, εγώ επέστρεψα στην Apple, και η τεχνολογία που αναπτύξαμε στην NeXT είναι σήμερα στην καρδιά της αναγέννησης της Apple. Και, μαζί με όλα αυτά, ή Leurene και εγώ έχουμε μαζί μια θαυμάσια οικογένεια.
Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί εάν δεν είχα απολυθεί από την Apple. Ήταν ένα φάρμακο με απαίσια γεύση, αλλά νομίζω πως τελικά ο ασθενής το χρειαζότανε. Μερικές φορές, η ζωή σε χτυπάει στο κεφάλι με ένα τούβλο. Μην χάνετε την πίστη σας. Είμαι πεπεισμένος ότι το μόνο πράγμα που με κράτησε όρθιο, ήταν ότι αγαπούσα πολύ αυτό που έκανα. Πρέπει λοιπόν και εσείς να ανακαλύψετε τι πραγματικά σας αρέσει. Και αυτό αφορά και τη δουλειά που θα κάνετε, και τον σύντροφο που θα επιλέξετε στη ζωή σας. Η εργασία θα γεμίσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής σας, και ο μόνος τρόπος για να είστε πραγματικά ικανοποιημένοι, είναι να κάνετε αυτό που εσείς πιστεύετε ότι είναι μια σπουδαία δουλειά. Και ο μόνος τρόπος για να κάνει κάποιος μια σπουδαία δουλειά, είναι να την αγαπήσει. Εάν δεν την έχετε ανακαλύψει ακόμα, μην απογοητευθείτε. Συνεχίστε να ψάχνετε. Μην επαναπαυθείτε. Μην συμβιβαστείτε. Όπως όλα τα «θέματα της καρδιάς», όταν το ανακαλύψετε, θα το αισθανθείτε, θα καταλάβετε ότι «αυτό είναι». Και θα δείτε τότε ότι, όπως κάθε σπουδαία σχέση, έτσι και αυτή, όσο θα περνούν τα χρόνια, θα γίνεται όλο και καλύτερη. Έτσι λοιπόν, συνεχίστε να ψάχνετε έως ότου βρείτε αυτό το «κάτι» που θα ξέρετε ότι το «δικό σας». Μην επαναπαυθείτε.
Η τρίτη ιστορία μου, έχει να κάνει με τον θάνατο.
Όταν ήμουν 17 ετών, διάβασα μία ρήση που έλεγε: «Εάν ζήσεις κάθε μέρα ωσάν να ήταν η τελευταία σου, κάποια μέρα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα 33 δικαιωθείς». Μου έκανε εντύπωση αυτή η ρήση, και έκτοτε, για τα τελευταία 33 χρόνια, κάθε πρωί κοιτάζομαι στον καθρέφτη και ρωτώ τον εαυτό μου: «Εάν η σημερινή μέρα ήταν η τελευταία της ζωής σου, θα ήθελα να κάνω αυτό που ετοιμάζομαι να κάνω σήμερα;». Και όποτε η απάντηση ήταν «όχι» για σειρά ημερών, ήξερα αμέσως ότι κάτι έπρεπε να αλλάξω.
Υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου ότι «σύντομα θα πεθάνεις», βρήκα το πιο χρήσιμο εργαλείο ώστε να παίρνω τις σημαντικότερες αποφάσεις στη ζωή μου. Διότι σχεδόν όλα τα πράγματα – όλες οι εξωτερικές προσδοκίες, όλες οι υπερηφάνειες, όλοι οι φόβοι και οι όλες οι ντροπές για πιθανή αποτυχία – όλα αυτά απλώς γκρεμίζονται, εξαφανίζονται όταν βλέπεις μπροστά σου τον θάνατοι, και μένουν μόνο εκείνα που είναι στ’ αλήθεια σημαντικά. Υπενθυμίζοντας στον εαυτό σου ότι μια μέρα θα πεθάνεις, είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγεις την παγίδα του να σκέφτεσαι συνεχώς αυτά που θα χάσεις εάν πάρεις την «άλφα» ή «βήτα» απόφαση». Θυμήσου ότι είσαι ήδη γυμνός. Δεν υπάρχει κανένας λόγος, λοιπόν, να μην ακολουθήσεις αυτό που σου ζητάει η καρδιά σου.
Πριν από περίπου έναν χρόνο, μου ανακοίνωσαν οι γιατροί ότι έχω καρκίνο. Έκανα MRI (μαγνητική τομογραφία) στις 7.30 το πρωί, και έδειξε ξεκάθαρα ότι είχα καρκίνο στο πάγκρεας. Τότε, δεν ήξερα κάν τι είναι το πάγκρεας. Οι γιατροί μου είπαν ότι ο καρκίνος που είχα εγώ εκεί, ήταν σχεδόν αθεράπευτος, και ότι θα έπρεπε να αρχίσω να συνηθίζω στην ιδέα ότι δεν μου έμενε περισσότερη ζωή από τριών έως εννέα μηνών. Ο προσωπικός μου γιατρός με συμβούλευσε να επιστρέψω στο σπίτι και να αρχίσω αμέσως να τακτοποιώ τις «προσωπικές» μου υποθέσεις, μία φράση που χρησιμοποιούν ως κλισέ οι γιατροί αντί να σου πουν «προετοιμάσου να πεθάνεις». Η «τακτοποιηση προσωπικών υποθέσεων» είναι να προσπαθήσεις να πεις, σε ελάχιστους μήνες, στα παιδιά σου, όσα νόμιζες ότι είχες άλλα τουλάχιστον δέκα χρόνια για να τους τα πεις. Είναι, επίσης, να μην αφήσεις πίσω σου, πεθάινοντας, εκκρεμότητες που θα ταλαιπωρήσουν τους δικούς σου ανθρωπους που θα μείνουν πίσω. Σημαίνει, τέλος, αυτό το «τακτοποίηση προσωπικών υποθέσεων», να βρεις τον κατάλληλο χρόνο και τρόπο για να αποχαιρετίσεις τα αγαπημένα σου πρόσωπα.
Ζούσα με αυτήν την καταραμένη διάγνωση κάθε μέρα της ζωής μου. Το ίδιο βράδυ που ανακοίνωσαν οι γιατροί ότι είχα καρκίνο, μου έκαναν και βιοψία ενδοσκοπικά, μέσω του λαιμού μου, στο στομάχι και από εκεί στα έντερα, πέρασαν μία βελόνα στο πάγκρεας, και πήραν μερικά κύτταρα από τον καρκίνο. Εγώ ήμουν σε καταστολή, αλλά η γυναίκα μου, που ήταν παρούσα, μου είπε ότι όταν είδα οι γιατροί τα κύτταρα κάτω από ένα μικροσκόπιο, άρχισαν να κλαίνε, διότι αποδείχτηκε ότι είχα μια πολύ σπάνιας μορφής καρκίνου του παγκρέατος που είναι θεραπεύσιμη με εγχείρηση. Σχεδόν όλες οι άλλες μορφές τέτοιου καρκίνου είναι καταδικασμένες. Έτσι, λοιπόν, με βάλανε στο χειρουργείο, και σήμερα είμαι μια χαρά.
Αυτό ήταν το κοντινότερο που έχω φτασει στον θάνατο. Και ελπίζω να είναι το κοντινότερο που θα φτάσω σε αυτόν, για τις επόμενες δεκαετίες. Έχοντας ζήσει, λοιπόν, αυτήν την εμπειρία, νομίζω πως μπορώ, με μεγαλύτερη σιγουριά, απ’ ότι όταν ό θάνατος ήταν για μένα απλώς μία «φιλοσοφική ιδέα», ότι:
Κανείς δεν θέλει να πεθάνει. Ακόμα και οι άνθρωποι που θέλουν να πάνε στον Παράδεισο, δεν θέλουν να πεθάνουν για να φτάσουν εκεί. Και όμως, ο θάνατος είναι ο προορισμός που όλοι μοιραζόμαστε. Κανείς, ποτέ, δεν έχει γλυτώσει από αυτόν. Ο Θάνατος είναι, ίσως, ή καλύτερη ανακάλυψη της Ζωής. Και έτσι, μάλλον, πρέπει να είναι. Ο Θάνατος είναι ο ατζέντης, ο μεσίτης, που σε βοηθά να αλλάξεις τη Ζωή σου, προτού έρθει αυτός να σε πάρει. Ξεκαθαρίζει το παλιό, προετοιμάζοντας το έδαφος για νάρθει το καινούργιο. Αυτήν την στιγμή που σας μιλάω, το καινούργιο είστε εσείς. Αλλά κάποια μέρα, όχι πολύ μακρινή από τώρα, και εσείς θα εξελιχθείτε σιγά-σιγά σε «παλιό», και θα … ξεκαθαριστείτε. Συγχωρήστε με που γίνομαι τόσο δραματικός, αλλά αυτή είναι η απλή αλήθεια.
Ο χρόνος σας είναι περιορισμένος. Μην τον σπαταλάτε, λοιπόν, ζώντας τη ζωή κάποιου άλλου ανθρώπου. Μην παγιδευτείτε από το δόγμα του να ζείτε από τα αγαθά της σκέψης ενός άλλου. Μην αφήστε τον θόρυβο από την άποψη άλλων ανθρώπων να πνίξει την δική σας, εσωτερική φωνή. Και, το πιο σημαντικό απ’ όλα, να έχετε πάντα το θάρρος να ακολουθείτε την καρδιά και το ένστικτό σας. Αυτά τα δύο, κάπως, πάντοτε, γνωρίζουν ήδη τι εσύ θέλεις πραγματικά να γίνεις. Είναι δευτερεύοντα.
Όταν ήμουν νέος, υπήρχε ένα καταπληκτικό δημοσίευμα που είχε τίτλο «The Whole Earth Catalog» («Ο Κατάλογος Όλου του Κόσμου»), που ήταν μία από τις Βίβλους της δικής μου γενιάς. Τον είχε συντάξει ένας τύπος ονόματι Stewart Brand, που ζούσε όχι μακριά από εδώ, στο Menlo Park, και το ζωντάνεψε με το ποιητικό του άγγιγμα. Αυτό συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του ’60, πριν από τους προσωπικούς υπολογιστές (personal computers) και το desktop publishing. Όλα τυπώνονταν με τη χρήση γραφομηχανών, ψαλιδιού, και φωτογραφιών από μηχανές Polaroid. Ήταν, άς πούμε, σαν νάχαμε το Google σε έντυπη μορφή, 35 χρόνια πριν έρθει αυτό που ξέρουμε σήμερα σε ηλεκτρονική: ήταν ιδεαλιστικό, και ξεχείλιζε από υπέροχες εφαρμογές και ιδέες.
Ο Στιούαρτ και η ομάδα του έβγαλαν πολλές εκδόσεις του «The Whole Earth Catalog”, και τότε, όταν είχε κάνει τον κύκλο του, έβγαλαν και μία τελευταία έκδοση.Αυτό συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του ’70, και είχα την δική σας ηλικία. Στο οπισθόφυλλο της τελευταίας αυτής έκδοσης, υπήρχε μία φωτογραφία που απεικόνιζε το ξημέρωμα σε έναν επαρχιακό δρόμο, έναν δρόμο στον οποίο θα μπορούσατε να βρεθείτε και εσείς κάποια στιγμή, εάν είστε περιπετειώδεις τύποι, να κάνετε ώτο-στοπ. Κάτω από αυτήν την φωτογραφία, υπήρχε μια λεζάντα με τα λόγια: «Stay hungry. Stay foolish». Δηλαδή, «Μείνε πεινασμένος. Κάνε την τρέλα σου». Ήταν το αποχαιρετιστήριο μήνυμα της ομάδας του Στιούαρτ, καθώς υπέγραφαν την τελευταία τους έκδοση.
Μείνε πεινασμένος. Μείνε ανόητος. Αυτό ευχόμουν και εγώ πάντοτε για τον εαυτό μου. Και τώρα, καθώς αποφοιτάτε για να αρχίσετε μια καινούργια ζωή, εύχομαι και για σας το ίδιο, ακριβώς, πράγμα.
Stay Hungry. Stay Foolish.
Thank you all very much.
ΥΓ: Το πρωτότυπο κείμενο στα αγγλικά, υπάρχει στην ακόλουθη ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://news.stanford.edu/news/2005/june15/jobs-061505.html
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

